Γιατί η επιβράβευση και η τιμωρία δεν έχουν αποτέλεσμα στους εφήβους;

Η απάντηση βρίσκεται στο πώς είναι προγραμματισμένος ο εγκέφαλός τους, σύμφωνα με την επιστήμη.


Όπως ξέρουν πολύ καλά οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί, είναι πολύ δύσκολο να παρακινήσουμε έναν έφηβο να επικεντρωθεί σε ό,τι εμείς θεωρούμε σημαντικό, ακόμα και αν προσπαθήσουμε να τον δωροδοκήσουμε ή του δώσουμε ένα τελεσίγραφο (π.χ. «δεν θα βγεις με τους φίλους σου απόψε αν δεν συμμορφωθείς»).

Οι αιτίες δεν είναι μόνο η αίσθηση της ανεξαρτησίας που έχει αρχίσει να αναπτύσσεται στον έφηβο και η κοινωνική πίεση που δέχεται από τις παρέες του, αλλά και το πώς είναι προγραμματισμένος ο εγκέφαλός του σύμφωνα με μια νέα μελέτη, που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Nature Communications.

Η εφηβεία -όπως γνωρίζουμε εκ πείρας αλλά και από μελέτες που έχουν γίνει στον ολοένα μεταβαλλόμενο εγκέφαλο των εφήβων- είναι μια περίοδος κατά την οποία κάποιος δρα παρορμητικά, μη διστάζοντας να πάρει ρίσκα. Μια από τις συμπεριφορές υψηλού ρίσκου σε εφήβους είναι η αδυναμία τους να συνδέσουν μια πράξη με την επιβράβευση (ή την τιμωρία) που μπορεί να ακολουθήσει.

Στη νέα μελέτη, οι ερευνητές ζήτησαν από εθελοντές ηλικίας 13-20 ετών να παίξουν ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι ενώ παρακολουθούσαν τις αντιδράσεις του εγκεφάλου τους χρησιμοποιώντας νευροαπεικονιστικές μεθόδους. Στη συγκεκριμένη δραστηριότητα, όσοι παίκτες κατάφερναν να γκρουπάρουν σωστά εικόνες πλανητών, απολάμβαναν είτε επιβραβεύσεις είτε, σε διαφορετική περίπτωση, τιμωρίες.

Και εκεί που θα περίμενε κάποιος τα παραπάνω κίνητρα να οδηγήσουν σε καλύτερες επιδόσεις, οι ειδικοί ανακάλυψαν ότι μόνο οι μεγαλύτερης ηλικίας συμμετέχοντες (19-20 ετών) δελεάζονταν να προσπαθήσουν περισσότερο. Στους μικρότερους παίκτες, το κίνητρο μιας επιβράβευσης ή ο κίνδυνος μιας τιμωρίας δεν έπαιζε κανένα ρόλο στην επίδοσή τους.

Με απλά λόγια, οι έφηβοι φαίνεται να μην είναι σε θέση να συνδυάσουν «σωστές» πράξεις με πλεονεκτήματα και «λανθασμένες» πράξεις με κινδύνους. Και βάσει των όσων έδειξαν οι νευροαπεικονιστικές εξετάσεις, αυτή είναι μια εγγενής αδυναμία του αναπτυσσόμενου ακόμα εγκεφάλου τους.

Το παραπάνω εύρημα μπορεί να οδηγήσει σε αναθεώρηση των παιδαγωγικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται από εκπαιδευτικούς και γονείς εφήβων. Αν κρίνουμε από τα νέα δεδομένα, πιο αποτελεσματικό θα ήταν ίσως, αντί να προσπαθήσουμε να δωροδοκήσουμε έναν έφηβο για να κάνει κάτι, να δοκιμάσουμε να του προσφέρουμε όσο γίνεται περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την απόφαση που καλείται να πάρει.

Ας πούμε, για παράδειγμα, ότι προσπαθείτε να πείσετε τον έφηβο γιο σας να δηλώσει μια συγκεκριμένη πανεπιστημιακή σχολή. Μπορείτε να κάνετε μαζί κάποιες επισκέψεις στο πανεπιστήμιο – αν και πάλι υπάρχει ο κίνδυνος να έρθετε αντιμέτωποι με μια άλλη τυπικά εφηβική συμπεριφορά: να αρνηθεί να ακούσει τις συμβουλές σας.

Όμως το εφηβικό ζην επικινδύνως έχει και τη θετική του πλευρά (την οποία, βέβαια, δυσκολευόμαστε να δούμε τα βράδια που περιμένουμε το παιδί μας να γυρίσει σπίτι από ένα ξενύχτι): Το γεγονός ότι αψηφεί τους κινδύνους, ο παρορμητισμός και ο νεανικός ενθουσιασμός του μπορεί να τον οδηγήσουν σε προσπάθειες που ένας ενήλικας δεν θα τολμούσε να ξεκινήσει. Ή όπως το είχε θέσει ο συγγραφέας Ουίλιαμ Φώκνερ: «Δεν μπορείς να κολυμπήσεις σε νέους ορίζοντες, μέχρι να βρεις το κουράγιο να χάσεις την ακτή από τα μάτια σου».

Share

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΕΜΕΙΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *