Γιατί όλα τα νήπια καταφεύγουν στις ίδιες εκρήξεις (και πώς θα τις αντιμετωπίσουμε)

Για ποιο λόγο ακόμα και ένα μικρό παιδάκι που δεν έχει έρθει ιδιαίτερα σε επαφή με συνομηλίκους του κλαίει και κοπανιέται στο πάτωμα ακριβώς όπως τα άλλα; Οι ειδικοί ρίχνουν φως σε αυτό το μυστήριο.

Και εκεί που είσαι σίγουρος ότι δεν θα δεις ποτέ από το δικό σου παιδί αυτές τις διαβόητες εκρήξεις, τα λεγόμενα tantrums, επειδή πιστεύεις ότι του έδωσες την ιδανική ανατροφή, μια μέρα βρίσκεστε μαζί σε ένα κατάστημα και με αφορμή την άρνησή σου να του αγοράσεις ένα παιχνιδάκι που εντόπισε στα ράφια, αρχίζει να ουρλιάζει, να κλαίει και να χτυπιέται στο πάτωμα. Νομίζεις ότι ζεις ένα déjà vu, καθώς έχεις γίνει μάρτυρας της ίδιας ακριβώς σκηνής με παιδιά των άλλων.

Μα γιατί όλες οι εκρήξεις, τα tantrums όπως αποκαλούνται στα αγγλικά, φαίνονται ίδιες;

«Οι εκρήξεις είναι ένα εργαλείο διαπραγμάτευσης», εξηγεί ο παιδιατρικός νευροψυχολόγος και ειδικός στα tantrums Michael Potegal, συνεργάτης του Πανεπιστημίου της Μινεσότα. «Το νευρικό μας σύστημα είναι γενετικά προγραμματισμένο για ξεσπάσματα. Όταν τα παιδιά νιώθουν δυσφορία, είτε σωματική είτε συναισθηματική, είναι πιθανότερο να καταφύγουν σε αυτές τις εκρήξεις στην προσπάθειά τους να διορθώσουν την κατάσταση».

Μάλιστα το 2011 ο Potegal και η ομάδα του, αφού ηχογράφησαν τα ξεσπάσματα μιας ομάδας νηπίων, ανακάλυψαν ότι οι φωνές που βγάζουν όλα τα παιδιά στη διάρκεια ενός τέτοιου επεισοδίου ακολουθούν παρόμοια, συγκεκριμένα μοτίβα. Το εύρημά τους ενισχύει την υπόθεση ότι τα tantrums είναι κυρίως θέμα φύσης παρά ανατροφής. Μια παρηγοριά για όλους τους γονείς που νιώθουμε ότι κάπου έχουμε αποτύχει.

Ποια συναισθήματα εκφράζουν τα tantrums;

Συνήθως εκδηλώνουν θυμό ή στρες.

Όταν ένα παιδί χτυπάει τα πόδια του στο πάτωμα και φωνάζει, εκδηλώνει χαμηλής έντασης θυμό, ενώ όταν κλωτσάει, χτυπάει και γενικά ασκεί σωματική βία εκφράζει έντονο θυμό.

Όταν ένα παιδί γκρινιάζει, εκδηλώνει χαμηλής έντασης στρες, ενώ όταν κλαίει και πέφτει στο πάτωμα εκφράζει έντονο στρες.

Συνοπτικά, οι μικρής έντασης εκρήξεις περιλαμβάνουν φωνές και κλαψουρίσματα, ενώ οι έντονες εκρήξεις μπορεί να περιέχουν κλάματα, κοπάνημα στο πάτωμα και άσκηση σωματικής βίας.

Ακόμα, όλες οι εκρήξεις ακολουθούν ένα συγκεκριμένο μοτίβο κλιμάκωσης. Όταν οφείλονται σε θυμό, η ένταση των αντιδράσεων του παιδιού συνήθως μειώνεται όσο περνάει η ώρα. Όταν όμως οφείλονται σε στρες, η έντασή τους παραμένει σταθερή σε όλη τη διάρκειά τους.

Γιατί το κοπάνημα στο πάτωμα είναι τόσο συνηθισμένο σε αυτές εκρήξεις;

«Είναι μια δήλωση υποταγής», εξηγεί ο Potegal. «Στο ζωικό βασίλειο, ενώ το κυρίαρχο ζώο στέκεται στα πόδια του, ανατριχιάζει και γενικά κάνει ό,τι μπορεί για να δείξει μεγαλύτερο, το υποτελές χαμηλώνει στο πάτωμα, γίνεται όσο το δυνατόν μικρότερο. Όταν λοιπόν ένα παιδί πέφτει στο πάτωμα, είναι ο τρόπος του να πει: “τα παρατάω”».

Μάλιστα τα tantrums δεν συναντώνται μόνο στα νήπια των ανθρώπων, αλλά ακόμα και στα μικρά άλλων πρωτευόντων θηλαστικών, όπως σε διαφορετικά είδη πιθήκων! Για παράδειγμα οι επιστήμονες έχουν παρατηρήσει τα μικρά πιθηκάκια να χοροπηδούν, να τσιρίζουν και να προσπαθήσουν να δαγκώσουν τη μαμά τους, μέχρι η τελευταία να τους δώσει τον αντίχειρά της ώστε να τον βυζάξουν για παρηγοριά.

Πότε ένα ξέσπασμα θεωρείται φυσιολογικό;

Στα νήπια των δύο και τριών ετών, αυτές οι εκρήξεις δεν πρέπει να διαρκούν πάνω από 5 λεπτά. Σε μεγαλύτερα παιδιά, μπορεί να φτάνουν έως και τα 15 λεπτά. Μέχρι την ηλικία των 6 ετών, τα ξεσπάσματα σπανίζουν. Αν και κάποιοι ειδικοί υποστηρίζουν ότι η χρονική διάρκεια ενός ξεσπάσματος είναι σχετική. «Απόλυτα υγιή παιδιά μπορεί να έχουν και μερικά μεγαλύτερα σε διάρκεια ξεσπάσματα», μας διαβεβαιώνει ο Potegal.

Πώς αντιμετωπίζουμε μια έκρηξη του παιδιού μας;

Υπάρχουν τρία είδη ξεσπασμάτων, σύμφωνα με τους επιστήμονες: η απαίτηση για προσοχή (σήκωσέ με), η απαίτηση για κάτι απτό (λιχουδιές, παιχνίδια, δραστηριότητες) και η αποφυγή μιας απαίτησης του γονιού (δεν θέλω να ντυθώ).

Για να αντιμετωπίσουμε τα δύο πρώτα είδη, το ιδανικό είναι να αγνοήσουμε την έκρηξη του παιδιού. Όταν ένα παιδί διεκδικεί προσοχή ή κάτι απτό και βλέπει ότι μέσα από τα ξεσπάσματά του δεν πετυχαίνει το στόχο του, εισπράττοντας αδιαφορία, σταδιακά μαθαίνει ότι η έκρηξη δεν είναι αποτελεσματικό εργαλείο διαπραγμάτευσης.

Το τρίτο είδος ξεσπάσματος όμως, σύμφωνα με τον Potegal, πρέπει να αντιμετωπιστεί εντελώς διαφορετικά. Στο τρίτο σενάριο, ο λόγος που το παιδί καταφεύγει στο ξέσπασμα είναι ακριβώς γιατί επιδιώκει να το αγνοήσουμε – δηλαδή να σταματήσουμε να το πιέζουμε να κάνει κάτι. Αν λοιπόν εμείς ως γονείς κάνουμε ότι δεν βλέπουμε την έκρηξή του, θα το βοηθήσουμε να πετύχει το στόχο του. Πώς πρέπει να αντιδράσουμε, λοιπόν;

Ο Potegal συμβουλεύει στο τρίτο είδος ξεσπάσματος να «βοηθήσουμε» το παιδί μας να ολοκληρώσει τη δραστηριότητα που προσπαθεί να αποφύγει. Ο ίδιος, για παράδειγμα, λέει στην κόρη του ότι αν δεν φορέσει τις πιτζάμες της μέχρι αυτός να μετρήσει μέχρι το τρία, θα τη βοηθήσει ο μπαμπάς να τις βάλει.

Αυτή η απώλεια αυτονομίας είναι ό,τι ακριβώς προσπαθεί να αποφύγει ένα νήπιο καταφεύγοντας στο τρίτο είδος ξεσπάσματος, οπότε εμείς, φέρνοντάς το μπροστά σε αυτό τον «κίνδυνο» (την απώλεια της αυτονομίας του) το πείθουμε να ολοκληρώσει μόνο του τη δραστηριότητα που προσπαθεί να αποφύγει. Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να αποφασίσει να ντυθεί μόνο του.

«Αν ακολουθούμε αυτή την προσέγγιση σε σταθερή βάση, τα παιδιά μαθαίνουν γρήγορα πως οι γονείς εννοούν τα όσα λένε, και συμμορφώνονται, έστω και με λίγη μουρμούρα», καταλήγει ο Potegal.

 

Share

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΕΜΕΙΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *