Η χρήση κάνναβης στην εφηβεία προκαλεί σχιζοφρένεια ή όχι;

Μια νέα μελέτη ενισχύει τη θεωρία ότι η συγκεκριμένη συνήθεια αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης της ψυχικής νόσου σε ανθρώπους που είναι ήδη ευάλωτοι.

Η κάνναβη, παρόλο που φαίνεται να έχει διάφορα οφέλη στην αντιμετώπιση της ναυτίας, του χρόνιου πόνου και άλλων καταστάσεων, ενδέχεται να προκαλεί και βλάβες στον αναπτυσσόμενο ακόμα εγκέφαλο ενός εφήβου, ιδιαίτερα όταν η χρήση της είναι συστηματική. Και ειδικά όταν ένας έφηβος βρίσκεται σε ομάδα υψηλού κινδύνου για την εμφάνιση σχιζοφρένειας.

Συγκεκριμένα, σε ένα παγκόσμιο συνέδριο Ψυχιατρικής που έγινε πρόσφατα στο Βερολίνο η Hannelore Ehrenreich, από το τμήμα Πειραματικής Ιατρικής του Ιδρύματος Μαξ Πλανκ, παρουσίασε τα αποτελέσματα μιας μελέτης που διεξάχθηκε σε 1.200 άτομα με σχιζοφρένεια.

Οι ειδικοί, αφού ανέλυσαν ένα πλήθος γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων κινδύνου, ανακάλυψαν ότι όσοι ασθενείς είχαν κάνει χρήση κάνναβης στην εφηβεία τους, δηλαδή πριν από τα 18 χρόνια τους, εμφάνισαν σχιζοφρένεια κατά περίπου 10 χρόνια νωρίτερα από τους άλλους. Μάλιστα, όσο συχνότερη χρήση έκαναν, σε τόσο μικρότερη ηλικία εμφάνισαν τη νόσο, αποτέλεσμα που δεν είχαν ούτε η κατανάλωση αλκοόλ αλλά ούτε και γενετικοί παράγοντες.

«Η χρήση κάνναβης στη διάρκεια της εφηβείας είναι ένας σημαντικός παράγοντας κινδύνου της σχιζοφρένειας», αποφάνθηκε η Ehrenreich.

Και άλλες μελέτες που έγιναν στο παρελθόν καταλήγουν στο παραπάνω συμπέρασμα. Στο ίδιο συνέδριο μίλησε και ένας καθηγητής Ψυχιατρικής του πανεπιστημίου King’s College στο Λονδίνο, ο Robin Murray, ο οποίος είπε ότι «αναμφίβολα» η χρήση κάνναβης από εφήβους αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης σχιζοφρένειας στην ενήλικη ζωή. Ο ίδιος παράθεσε 10 έρευνες που ενισχύουν αυτή την υπόθεση. «Όσο περισσότερη κάνναβη χρησιμοποιεί κάποιος, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος», πρόσθεσε ο Murray.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι δικές του έρευνες στο Λονδίνο σε χρήστες κάνναβης έχουν δείξει ότι τα δείγματα που περιέχουν υψηλές ποσότητες τετραϋδροκανναβινόλης ή THC (περίπου 16%) εμπλέκονται στο 24% των περιπτώσεων της εμφάνισης του πρώτου ψυχωσικού επεισοδίου (απώλεια επαφής με την πραγματικότητα).

Κάποιοι, ωστόσο, αμφισβητούν τα παραπάνω αποτελέσματα. «Τα διαθέσιμα στοιχεία για το θέμα [τη σχέση χρήσης κάνναβης στην εφηβεία-σχιζοφρένειας] απέχουν πολύ από το να οδηγούν σε οριστικά συμπεράσματα – πόσο μάλλον από το να αποδείξουν μια σχέση αιτίου-αποτελέσματος», σχολίασε ο Paul Armentano, επικεφαλής της αμερικανικής μη κερδοσκοπικής οργάνωσης NORML, που επιδιώκει την αποποινικοποίηση της χρήσης από ενήλικες. «Για παράδειγμα, η διάδοση της χρήσης της κάνναβης δεν οδήγησε σε ανάλογη αύξηση των διαγνωσμένων περιστατικών σχιζοφρένειας ή ψύχωσης», πρόσθεσε ο ίδιος.

Σύμφωνα με μια βρετανική μελέτη, η εξάπλωση της χρήσης της κάνναβης θα έπρεπε να φέρει, μεταξύ του 1990 και του 2010, μια αύξηση της τάξης του 29% στα περιστατικά σχιζοφρένειας σε άντρες και του 12% στις γυναίκες. Ωστόσο, όπως έδειξαν άλλες στατιστικές, τα περιστατικά σχιζοφρένειας παρέμειναν σταθερά ή ακόμα και μειώθηκαν στη διάρκεια του ίδιου χρονικού διαστήματος. «Αυτά τα ευρήματα δείχνουν ότι η χρήση κάνναβης δεν προκαλεί σχιζοφρένεια», ήταν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Διεθνές Κέντρο Επιστημών για την Πολιτική των Ναρκωτικών στο Τορόντο (ICSDP).

Στο ίδιο συνέδριο ο νευροχημικός Beat Lutz περιέγραψε τους μηχανισμούς με τους οποίους ενδεχομένως η κάνναβη να επηρεάζει αρνητικά τον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο ενός εφήβου. Η βασική δραστική ουσία της μαριχουάνας, η THC, εμποδίζει την ομαλή ροή πληροφοριών ανάμεσα στα εγκεφαλικά κύτταρα – μια διαδικασία η οποία φυσιολογικά ρυθμίζεται από χημικές ουσίες που ονομάζονται ενδοκανναβινοειδή.

Τα ενδοκανναβινοειδή, που παράγονται φυσιολογικά από το σώμα διατηρώντας τον εγκέφαλό μας σε φυσιολογική εγρήγορση, όταν απελευθερώνονται σε πολύ χαμηλές ποσότητες διεγείρουν υπερβολικά το νευρικό σύστημα, ανοίγοντας το δρόμο π.χ. για αγχώδεις διαταραχές και επιληψία. Αλλά όταν κυκλοφορούν σε πολύ υψηλές ποσότητες, φέρνουν τα αντίθετα αποτελέσματα αυξάνοντας, για παράδειγμα, τον κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης.

Η THC, σε αντίθεση με τα ενδοκανναβινοειδή, δεν διασπάται γρήγορα από το σώμα αλλά παραμένει ενεργή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, επηρεάζοντας το χρήστη με διάφορους τρόπους. Σε χαμηλές δόσεις μπορεί να μειώσει το άγχος αλλά σε υψηλές το επιτείνει. Επιπλέον, η χρόνια υπερδιέγερση των υποδοχέων της THC στον εγκέφαλο «απενεργοποιεί» το φυσιολογικό σύστημα του σώματος με τα ενδοκανναβινοειδή και πιθανόν να εμποδίζει τη δράση των μιτοχονδρίων, του συστήματος παραγωγής ενέργειας του σώματος.

Καθώς η μαριχουάνα νομιμοποιείται όλο και σε περισσότερες περιοχές όχι μόνο των ΗΠΑ αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, εμφανίζονται όλο και πιο καυτά τα ερωτήματα σχετικά με τα οφέλη της αλλά και τους πιθανούς κινδύνους από τη χρήση της, ιδιαίτερα στους νεότερους χρήστες. Πάντως το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το πρόσφατο συνέδριο στο Βερολίνο δεν είναι ιδιαίτερα ευοίωνο για τους εφήβους:

«Ως γιατροί, οφείλουμε να λέμε ξεκάθαρα τι συμβαίνει και τι όχι», δήλωσε ο ψυχίατρος Peter Falkai, από το γερμανικό Πανεπιστήμιο Ludwig Maximilian. «Εξετάζοντας τα διαθέσιμα στοιχεία, διαφαίνεται σαφώς μια αύξηση του κινδύνου ψύχωσης».

 

Share

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΕΜΕΙΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *