Θοδωρής Τσεκούρας: «Μόνο αν αλλάξουμε την εκπαίδευση μπορούν να λυθούν τα προβλήματα της χώρας»

Για τη διαδικασία της δημιουργίας, την εμπειρία της πατρότητας και τα «στραβά» της Ελλάδας μιλάει ο άνθρωπος που εμπνεύστηκε την ατάκα «Τυχαίο; Δε νομίζω!», με αφορμή την έκδοση του νέου του, παιδικού βιβλίου.

Ξαφνικά η αυλή της γιαγιάς μας της καλής γεμίζει ζώα. Πραγματικά και μυθικά. Ήμερα και άγρια. Από κότες και αγελάδες μέχρι ελαφίνες και αρκούδες και δράκους και μονόκερους. Κάπως έτσι ένας δημιουργικός άνθρωπος παίρνει ένα παραδοσιακό κλισέ και το μεταμορφώνει σε μια ιστορία αχαλίνωτης φαντασίας. Ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι άλλος από τον Θοδωρή Τσεκούρα, που στο παιδικό βιβλίο «Η γιαγιά μας η καλή έχει ζώαααργκ» (εκδ. Key Books), με εικονογράφηση του πολυβραβευμένου Bob Studio, γράφει με στιχάκια για μια γιαγιά που, αντί για μπιμπελό και σερβίτσια, μαζεύει στο σπίτι της όποιο πλάσμα μπορεί να χωρέσει ο νους.

Αν και άρχισε να ασχολείται πρόσφατα με τη συγγραφή παιδικών βιβλίων, δεν είναι καινούριος στον «αγώνα του μυαλού ενάντια στη λευκή σελίδα» όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει κάθε μορφή δημιουργίας. Γιατί είναι αυτός που εμπνεύστηκε τις ατάκες «Τυχαίο; Δε νομίζω!» και «Στη μάνα σου το ’πες;» που, κόντρα στον εφήμερο χαρακτήρα της διαφήμισης, παραμένουν στην άκρη των χειλιών μας, παρόλο που έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που πρωτοακούστηκαν στα σποτάκια.

Όμως η κυκλοφορία του νέου του βιβλίου στάθηκε μόνο η αφορμή για να του ζητήσουμε συνέντευξη. Το χιούμορ, η ευρηματικότητα, το χάρισμά του να ψυχογραφεί τον Νεοέλληνα και να παρουσιάζει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα διαφημιστικού χρόνου κάτι από τη νοοτροπία του είναι μερικοί μόνο από τους λόγους.

«Στη μάνα σου το ’πες;»

Πώς προέκυψε η ιδέα του παραμυθιού «Η γιαγιά μας η καλή έχει ζώαααργκ»; Η γιαγιά Φωφώ της αφιέρωσης έχει κοινά με τη γιαγιά του βιβλίου;

«Δεν ξέρω πώς γεννήθηκε η ιδέα. Δεν θυμάμαι. Η φύση της δουλειάς μου είναι τέτοια που πρέπει να σκέφτομαι ιδέες ασταμάτητα, οπότε σε ένα βαθμό χάνω την αίσθηση του πότε και πώς. Συνήθως τις ιδέες για τα παιδικά βιβλία τις σκέφτομαι κατά τη διάρκεια βαρετών (για εμένα) παιδικών πάρτι. Η σκέψη πάντως ήταν να πάρουμε ένα παλιό παραδοσιακό παιδικό ποίημα και να το φτάσουμε στα άκρα. Τα σημερινά παιδιά έχουν αμέτρητα περισσότερες προσλαμβάνουσες από τις παλαιότερες γενιές. Η παλιά ιστορία με τη γιαγιά που έχει κοτούλες τούς είναι ακραία βαρετή. Ένα σπίτι που έχει όλα τα ζώα, ακόμα και δεινόσαυρους, ακόμα και μυθικά τέρατα; Αυτό ακούγεται ενδιαφέρον.

»Όχι, η γιαγιά μου δεν είχε ποτέ κατοικίδια. Έχει όμως δύο δισέγγονα. Κάτι είναι και αυτό».

Υπάρχουν κοινά ανάμεσα στη δημιουργία μιας διαφήμισης και τη συγγραφή ενός παιδικού βιβλίου;

«Κοινά πράγματα υπάρχουν σε κάθε μορφή δημιουργίας γιατί παντού, ουσιαστικά, έχεις να κάνεις με το ίδιο αγώνα. Τον αγώνα του μυαλού ενάντια στη λευκή σελίδα. Η διαφήμιση σε διδάσκει να μιλάς τη γλώσσα του κοινού σου, να μη θεωρείς ως δεδομένο ότι θα έχεις την προσοχή του, να ξενυχτάς γυαλίζοντας και τελειοποιώντας αυτό που έχεις φτιάξει και να είσαι προετοιμασμένος για την αποτυχία. Αυτά είναι πολύ χρήσιμα εφόδια για κάθε δημιουργικό τομέα».

Η ατάκα «Τυχαίο; Δε νομίζω!» εξακολουθεί να ακούγεται μέχρι σήμερα. Πώς είχατε εμπνευστεί εκείνη τη διαφήμιση;

«Το ίδιο και η φράση “Στη μάνα σου το ’πες;” που είχα γράψει μερικά χρόνια νωρίτερα. Αυτές οι φράσεις βγαίνουν από τους ίδιους τους χαρακτήρες. Όταν γράφω διαφημίσεις τις κάνω πρόβα φωναχτά για να δω πώς ακούγονται οι διάλογοι γιατί αλλιώς είναι στο χαρτί και αλλιώς στον προφορικό λόγο. Επίσης πολλές φορές γυρίζουμε τις διαφημίσεις μας σε προσχέδια όπου παίζουμε εμείς για να τις δείξουμε πιο ολοκληρωμένες στον πελάτη. Σε ένα από αυτά τα προσχέδια είχε βγει η ατάκα “Τυχαίο; δε νομίζω!” και ουσιαστικά την είπε ο ήρωας που υποδυόμουν γιατί δεν υπήρχε στο σενάριο. Απλά ήταν κάτι που θα έλεγε ένας τύπος που κάθεται και βρίσκει συσχετισμούς σε όλα. Προσωπικά πιστεύω ότι τα περισσότερα πράγματα που έχουμε την τάση να συνδέουμε αιτιακά στο φτωχό μας μυαλό είναι συνήθως τυχαία».
«Μια διαφήμιση θεωρείται καλή μόνο αν είναι και αποτελεσματική»

Τι είναι αυτό που κάνει μια διαφήμιση καλή, κατά τη γνώμη σας; Καλή σημαίνει αυτομάτως και εμπορικά επιτυχημένη ή υπάρχουν και καλές διαφημίσεις που δεν βρίσκουν μεγάλη απήχηση; Ποιον άλλο ρόλο μπορεί να παίξει μια διαφήμιση πέρα από το να πουλήσει ένα προϊόν;

«Δεν μπορεί μια διαφήμιση να θεωρείται καλή αν δεν είναι και αποτελεσματική. Η διαφήμιση είναι επιτυχημένη όταν έχει πουλήσει. Ωστόσο δεν πρέπει να μπερδεύουμε το πουλάω προϊόν με το πουλάω brand. Δηλαδή, υπάρχουν διαφημίσεις που χτίζουν μια συγκεκριμένη εικόνα για ένα brand, για μια εταιρεία ή για ένα προϊόν χωρίς απαραίτητα να πουλάνε κομμάτια του. Αντίστροφα, αν ένα πολυτελές brand βγάλει μια σειρά από εξαιρετικά χαμηλές προσφορές, θα πουλήσει πολλά κομμάτια αλλά θα πλήξει την εικόνα που έχει ο καταναλωτής για το brand.

»Άρα μιλάμε για δύο πράγματα που τρέχουν παράλληλα. Το να κάνεις το κοινό να αναγνωρίσει το brand σου, να ταυτιστεί με αυτό και να το αγαπήσει είναι ένας δύσκολος στόχος αλλά εξίσου σημαντικός με τις πωλήσεις. Τι προσπαθεί να κάνει η διαφήμιση; Να φτιάξει θετικές συνδέσεις με το brand στο μυαλό του καταναλωτή. Ας πούμε ότι έχετε ένα φίλο που λέει πολύ καλά ανέκδοτα και πάντα έχει κάτι ενδιαφέρον και ουσιαστικό να πει. Μπορεί να μη θυμάστε τίποτα από αυτά που σας έχει πει αλλά σίγουρα θυμάστε ότι κοντά του νιώθετε ωραία. Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε και με τη διαφήμιση. Γεννάμε θετικά συναισθήματα στο κοινό παρουσία του brand. Έτσι, την επόμενη φορά που συναντούν το brand νιώθουν ζεστά και οικεία ακόμα και αν δεν θυμούνται ακριβώς τι τους είχε πει παλιότερα».

«Η εμπειρία της πατρότητας με έχει αλλάξει ριζικά»

Πώς συνδυάζετε τις απαιτήσεις της δουλειάς σας με το ρόλο του πατέρα; Με ποιους τρόπους προσπαθείτε να αναπληρώσετε το χρόνο που χάνετε από τη ζωή των παιδιών σας στη διάρκεια μιας εργάσιμης μέρας;

«Με το να είμαι παρών όταν είμαι παρών. Δυστυχώς δεν είμαι κοντά στα παιδιά μου το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας. Αλλά όταν είμαστε μαζί είμαστε αγκαλιά, κυνηγιόμαστε, ζουπιόμαστε και παίζουμε. Όταν είμαι μαζί τους δεν έχω λεπτό για χάσιμο».

Συμφωνείτε ότι η εμπειρία της ανατροφής ενός παιδιού μάς αλλάζει ως ανθρώπους; Εσάς σας έχει αλλάξει η εμπειρία της πατρότητας;

«Με έχει αλλάξει ριζικά ως ον. Ακούγεται υπερβολικό αλλά δεν μπορώ πια να ευχαριστηθώ κάτι αν δεν είναι εκεί η οικογένειά μου. Θέλω να μοιράζομαι μαζί τους ό,τι πιο ενδιαφέρον μαθαίνω και βλέπω. Θέλω να περνάω μαζί τους όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο. Τα χρόνια που περνάμε με τα παιδιά μας μικρά είναι τόσο σύντομα που προσπαθώ όσο μπορώ να τα περισώσω χτίζοντας όμορφες μελλοντικές αναμνήσεις».

Μπορείτε να ξεχωρίσετε πέντε αγαπημένους δημιουργούς από το χώρο του παιδικού βιβλίου, που απολαμβάνετε να διαβάζετε τα βιβλία τους στα παιδιά σας;

«Αγόραζα παιδικά βιβλία πολλά χρόνια πριν κάνω παιδιά. Λατρεύω τον Maurice Sendak και τον Oliver Jeffers, θαυμάζω τον Αντώνη Παπαθεοδούλου για την αστείρευτη εφευρετικότητα και το ήθος του. Δεν μπορώ να σταματήσω να διαβάζω Tintin, Asterix και Lucky Luke και πιστεύω ότι ο Αρκάς είναι ένα είδος θεού που εξαιτίας ενός γραφειοκρατικού λάθους ξέμεινε στη Γη. Το ίδιο και ο Douglas Adams. Επίσης, είμαι βέβαιος ότι ο Θερβάντες είναι αθάνατος και κάθε λίγο ανανεώνει τον Δον Κιχώτη και γι’ αυτό το βιβλίο μοιάζει να έχει γραφτεί πρόσφατα. Επίσης, ο Αλέξανδρος Δουμάς μπορεί να κάνει την ψυχή μου να δονείται σαν τις χορδές ενός βιολιού. ΟΚ, αυτό ακούστηκε περίεργο».

«Ημασταν και παραμένουμε ένα χωριό»

Αν θα μπορούσατε να αλλάξετε πέντε πράγματα στην Ελλάδα, ποια θα ήταν αυτά;

«Την εκπαίδευση. Θα ξεκινούσα από τη βρεφική ηλικία όπου τα παιδιά θα έπρεπε να μαθαίνουν να σέβονται το σύνολο. Το σύνολο είναι προϋπόθεση του ατόμου και γι’ αυτό ίσως το θεωρούμε δεδομένο. Νομίζουμε ότι θα υπάρχει ακόμα και αν το παραμελούμε και αυτό δεν ισχύει. Τα παιδιά πρέπει να διδαχθούν τη συνύπαρξη, να μάθουν να σχηματίζουν ουρές, να είναι ευγενικά, να μη μολύνουν το περιβάλλον, να εκτιμούν και να προστατεύουν το δημόσιο χώρο, να σέβονται το νόμο και τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας και να βοηθούν τους συνανθρώπους τους και τα ζώα. Αυτά θα έπρεπε να είναι υποχρεωτική μάθηση στα πρώτα χρόνια της ζωής μας. Ξέρω, είναι ουτοπικό αλλά μόνο έτσι θα λυθούν τα προβλήματα της χώρας έστω μακροπρόθεσμα.

»Δεύτερον θα άλλαζα μαγικά τον βλακώδη και επαρχιώτικο συντηρητισμό μας. Πάντα ήμασταν έτσι αλλά η κρίση μάς έχει κάνει ακόμα περισσότερο έθνος στρουθοκαμήλων που πιστεύουμε ότι όσο πιο βαθιά στο χώμα χώσουμε το κεφάλι μας τόσο πιο καλά θα πάνε τα πράγματα. Ο συντηρητισμός μας έχει αναχθεί σε επίπεδα φοβίας σε όλους τους τομείς και όλα τα ρεύματα. Ακόμα και οι “προοδευτικοί”, ακόμα και οι “ριζοσπάστες” μας είναι συντηρητικοί.

»Εξιδανικεύουμε το (συνήθως φριχτό) παρελθόν μας ενώ ερμηνεύουμε το παρόν με εργαλεία του απώτερου παρελθόντος. Και ακριβώς επειδή ξέρουμε ότι η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο του κεφαλιού μας αγκαλιάζουμε τον ανορθολογισμό με πάθος. Είτε μιλάμε για τη θρησκεία και την παράδοση είτε για το “μεγαλείο” του γένους μας το οποίο όλοι φθονούν.

»Δυστυχώς ήμασταν και παραμένουμε ένα χωριό. Η άρνησή μας να υιοθετήσουμε σύγχρονους τρόπους σκέψης όχι μόνο μας έβαλε στην κρίση αλλά μας ωθεί διαρκώς προς τα πίσω. Δεν παράγουμε πολιτισμό, δεν ανανεωνόμαστε. Απλά ακολουθούμε, αντιγράφουμε και μιμούμαστε αδέξια αλλά περήφανα νομίζοντας ότι είμαστε και ανώτεροι των άλλων. Κάνουμε ανούσιους κύκλους γύρω από τον εαυτό μας νομίζοντας ότι παράγουμε. Έτσι διώχνουμε στο εξωτερικό τους πιο πολλά υποσχόμενους νέους μας και αυτοί που μένουν πίσω δεν έχουν καν τα διανοητικά εφόδια να αντιληφθούν την πτωτική τους περιδίνηση. Νομίζουν ότι επιστρέφουν σε ένα “αυθεντικό” παρελθόν με φιλότιμο και τσίπουρα. Φοβάμαι ότι ο ελληνικός πολιτισμός θα εξαφανιστεί για τους ίδιους λόγους που εξαφανίστηκαν οι δεινόσαυροι: Από έλλειψη προσαρμοστικότητας.

»Αυτά τα δύο θα άλλαζα. Αρκούν».

Πηγή: AllYou.gr

Share

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΕΜΕΙΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *