«Τι συνέβη όταν άφησα τα μικρά παιδιά μου να αποφασίσουν πότε θα πάνε για ύπνο»

Ένα πείραμα του Αμερικανού αρθρογράφου Patrick A. Coleman, πατέρα δύο αγοριών, 7 και 5 ετών, οδήγησε σε εκπληκτικά αποτελέσματα.

Όταν τα παιδιά μου έμαθαν, την ώρα του δείπνου, ότι θα τα αφήναμε για μία εβδομάδα να κοιμούνται ό,τι ώρα θέλουν, υποστήριξαν θερμά αυτή την απόφαση.

«Όλη νύχτα! Όλη νύχτα!», άρχισαν να τραγουδούν, αδιάφορα για τις εκφράσεις ανησυχίας των γονιών τους στην άλλη άκρη του τραπεζιού.

Μόλις πέταξα στη γυναίκα μου την ιδέα του πειράματος, λίγο νωρίτερα μέσα στην ημέρα, εκείνη το έκανε σαφές πως πίστευε ότι θα οδηγούσε στην καταστροφή. Τόνισε ότι θα περνούσαμε νύχτες άγρυπνοι, ότι τα παιδιά μας θα ήταν εξαντλημένα, ότι θα αυξάνονταν οι καβγάδες και ότι στο σπίτι θα επικρατούσε χάος. Ότι δεν θα έπρεπε να αφήσουμε ένα επτάχρονο και ένα πεντάχρονο να αποφασίζουν για την ώρα του ύπνου τους.

«Το αναλαμβάνεις εσύ, έτσι;», μου είπε, ουσιαστικά χωρίς να με ρωτάει.

«Ναι», δήλωσα, γνωρίζοντας βαθιά μέσα μου πως θα έκανα ό,τι μπορούσα ώστε να μη χιλιομετανιώσω για αυτή την απόφαση.

Έχοντας περάσει πολύ χρόνο μιλώντας με ειδικούς ύπνου, εφαρμόζω ένα αρκετά ευέλικτο ωράριο: Αρχίζουμε να χαμηλώνουμε τα φώτα και να κλείνουμε τις οθόνες γύρω στις 7 το απόγευμα, στις 7.30 φοράμε πιτζάμες, διαβάζουμε βιβλία, πλένουμε δόντια και στις 8 πηγαίνουμε για ύπνο. Προφανώς όταν μιλάω σε πρώτο πληθυντικό αναφέρομαι στα παιδιά μου και όχι σε εμένα και τη γυναίκα μου.

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι μετά τις 8 το βράδυ επικρατεί ησυχία στο σπίτι. Συχνά τα αγόρια τσακώνονται μεταξύ τους, παλεύουν, φωνάζουν, κατεβαίνουν από το κρεβάτι, ισχυρίζονται ότι διψούν ή ότι φοβούνται ή απλώς είναι ανήσυχα. Κι εμείς αντιδράμε με φωνές, απειλές και διάφορες άλλες εκφράσεις της απελπισίας μας. Μόλις γύρω στις 9 το βράδυ ηρεμούν τα πράγματα.

Το πείραμα με τον ύπνο προέκυψε από την απελπισία μου να βρω έναν καλύτερο τρόπο να βάζουμε τα παιδιά μας για ύπνο και, πιο συγκεκριμένα, να τους δώσουμε περισσότερες πρωτοβουλίες για να μειώσουμε την ένταση. Τους ξεκαθαρίσαμε, ωστόσο, από την αρχή του πειράματος ότι θα έπρεπε να είναι στο δωμάτιό τους την ώρα που είναι πάντα. Τα βιβλία, οι πιτζάμες και το βούρτσισμα των δοντιών θα έμεναν στο πρόγραμμα. Από τη στιγμή όμως που θα βρίσκονταν στο δωμάτιό τους, θα μπορούσαν να κάνουν ό,τι ήθελαν – αρκεί, όπως τους παρακάλεσα, να μην τσακώνονται μεταξύ τους.

«Δεν με νοιάζει πόσα βιβλία θα διαβάσετε, πόσα παιχνίδια θα παίξετε ή αν σηκωθείτε από το κρεβάτι», τους είπα. «Εφόσον είστε στο δωμάτιο, μπορείτε να κοιμηθείτε ό,τι ώρα θέλετε».

«Και αν θέλουμε να σου πούμε κάτι;», ρώτησε ο πεντάχρονος.

«Να μου το πείτε το πρωί», απάντησα.

«Και αν είναι κάτι πολύ σημαντικό;», επέμεινε ο επτάχρονος.

«Τίποτα δεν είναι αρκετά σημαντικό για να διακόψει την ώρα που περνάμε βλέποντας Netflix», του είπα. Το κατάλαβε. Και για αυτόν είναι μια ιερή ώρα.

«Αν έρθουμε στο δωμάτιό σας, θα είναι μόνο για να κλείσουμε τα φώτα και την πόρτα», εξήγησα. Ο κανόνας είναι κανόνας. Μια τροποποίηση στον κανόνα είναι επίσης κανόνας.

«Μπορείς να έρθεις να μας σκεπάσεις όταν κοιμηθούμε;», ρώτησε ο επτάχρονος.

«Όχι», του απάντησα. «Αν θέλεις να σε σκεπάσω, πρέπει να μου το ζητήσεις προτού βγω από το δωμάτιο».

Και οι δυο ήθελαν να τους σκεπάσω. Έτσι, δίπλωσα τις κουβέρτες από πάνω τους, τους έδωσα τα βιβλία και τα παιχνίδια που ζήτησαν, τους υπενθύμισα ότι μπορούσαν να αποκοιμηθούν όποτε ήθελαν, και βγήκα από το δωμάτιο σταυρώνοντας τα δάχτυλά μου να πάνε όλα καλά.

Πήγα στο υπνοδωμάτιο να βρω τη γυναίκα μου, που με κοίταξε επιφυλακτικά. Μπορούσαμε να ακούσουμε τα αγόρια να φλυαρούν και να γελούν. Το μεγαλύτερο αγόρι διάβαζε στο μικρότερο. Αλλά κανένα τους δεν μας φώναξε.

«Δεν θα κοιμηθούν ποτέ», με προειδοποίησε η γυναίκα μου.

«Για να δούμε».

Μέχρι τις 9, επικρατούσε ησυχία. Πήγα προσεκτικά και κρυφοκοίταξα στο δωμάτιό τους. Είχαν αποκοιμηθεί και ροχάλιζαν ελαφριά, ο καθένας αγκαλιά με ένα βιβλίο. Έκανα στη γυναίκα μου μια χειρονομία θριάμβου. Αλλά μετά θυμήθηκαν ότι σήμερα είχαν προπόνηση στην κολύμβηση. Μάλλον ήταν εξαντλημένοι. Σίγουρα δεν θα συνέβαινε ξανά.

Όμως συνέβη και την Τρίτη. Και την Τετάρτη. Το βράδυ της Πέμπτης περάσαμε μια μικρή δοκιμασία, αλλά μικρή σε σχέση με όσες ζούμε κάθε βράδυ.

Σαφώς, τους είχα δώσει αρκετή ελευθερία. Τους είχα καταστήσει κύριους της μοίρας τους. Τους είχα παραχωρήσει μια ενήλικη πρωτοβουλία, στην οποία ανταποκρίθηκαν εύκολα. Δεν τρέφω την ψευδαίσθηση ότι είπαν στον εαυτό τους: «Λοιπόν, είναι 9 το βράδυ. Μια καλή ώρα να κοιμηθούμε!». Αυτό θα ήταν γελοίο. Το πιθανότερο ήταν ότι έμειναν ξύπνιοι μέχρι που αποκοιμήθηκαν, όπως κάθε άλλο βράδυ. Με τη διαφορά ότι τους είχα απαλλάξει από μια υποχρέωση: δεν ήταν υποχρεωμένοι να πάνε για ύπνο. Δεν έπρεπε να αντισταθούν σε κάτι, οπότε απλά σταμάτησαν να αντιστέκονται.

Εκ των υστέρων, βγάζει νόημα. Δεν ήταν ποτέ έξυπνη ιδέα το να τους πιέζω να μπουν σε μια βιολογική διαδικασία που δεν μπορούν να ελέγξουν. Είναι πιο λογικό να τους ανοίξω το δρόμο προς τον ύπνο και να τους αφήσω να διαβούν μόνοι το κατώφλι του.

«Έγραψες το άρθρο σου για το πείραμα του ύπνου;», με ρώτησε η γυναίκα μου, τέσσερις μέρες μετά.

«Όχι ακόμα», της απάντησα.

«Μπορείς να γράψεις ότι είχα άδικο, αν θέλεις», σχολίασε αναστενάζοντας.

Εννοείται ότι θα το κάνω.

Share

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΕΜΕΙΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *