Το μωρό-αυτοκόλλητο

Πώς νιώθει η μητέρα ενός παιδιού που είναι μονίμως προσκολλημένο πάνω της; Ακολουθεί μια προσωπική μαρτυρία στο πάντα ενδιαφέρον ιστολόγιο Coffee + Crumbs.

Τέσσερις μήνες:

Κλείνω πίσω μου την πόρτα του γκαράζ και μπαίνω στο σαλόνι στις μύτες των ποδιών μου – μάταια, όπως αποδεικνύεται, γιατί είναι ακόμα ξύπνιος. Ο ήχος του πνιγμένου κλάματος με χτυπάει σαν κύμα. Βλέπω το σύζυγό μου να κάθεται ηττημένος στον καναπέ.

«Προσπάθησα δεκάδες φορές να του δώσω εκείνο το μπιμπερό» λέει.

Κοιτάω το μπιμπερό στο τραπέζι, κάνοντας γρήγορα υπολογισμούς στο κεφάλι μου. Μητρικό γάλα δύο ημερών ζεσταμένο και ξαναζεσταμένο δεκάδες φορές. Έλεος.

«Σε περιμένει».

«Το ξέρω. Μπορείς να πετάξεις το γάλα» του απαντάω ήρεμα.

Τον προσπερνάω και κατευθύνομαι προς το κλάμα. Κοιτώντας πίσω μου προλαβαίνω να δω το γάλα να καταλήγει στο νεροχύτη, μαζί με οποιοδήποτε ίχνος ανεξαρτησίας είχα ελπίσει.

9.47 μ.μ.

Ανοίγω την πόρτα του υπνοδωματίου και κολλάω πάνω του σαν μαγνήτης. Αποσυρόμαστε στην κουνιστή πολυθρόνα κι εκείνος θηλάζει πεινασμένα, απελπισμένα, γραπώνοντας διαρκώς την μπλούζα μου με τα μικροσκοπικά χεράκια του.

Οκτώ μήνες:

Μπαίνω στο σαλόνι με το κινητό μου στο χέρι, έτοιμη να απαντήσω σε κάποια email την ώρα του πρωινού. Προσπαθώ να κρυφτώ πίσω από τον τοίχο, αλλά πολύ αργά. Με εντόπισε.

Ένα χαμογελάκι σχηματίζεται στο πρόσωπό του ενώ μπουσουλάει όσο μπορεί πιο γρήγορα προς τα πόδια μου, σκαρφαλώνοντας πάνω από παιχνίδια σαν ένας κομάντο έξι κιλών. Με κοιτάει με ένα βλέμμα όλο ελπίδα, αγκαλιάζοντάς με απελπισμένα, σαν να έχει μέρες να με δει.

Τον σηκώνω και τον ακουμπάω στα γόνατά μου, πάνω στην ξεθωριασμένη φλόραλ νυχτικιά μου. Αφήνεται πάνω μου σαν κρέμα πάνω στην κρούστα μιας πίτας.

Η τελευταία φορά που με είχε δει ήταν πριν από 14 λεπτά.

Στους 12 μήνες:

Με σφίγγει περισσότερο ενώ μπαίνουν στο σπίτι κάποιοι επισκέπτες, χώνοντας τα νύχια του στους γοφούς μου. Προσπαθώ να χαλαρώσω το κράτημά του και τον φιλάω στα μάγουλα, καθησυχάζοντάς τον ότι δεν πρόκειται να πάω πουθενά. Επιχειρώ να τον αποσπάσω με το γυαλιστερό μπαλόνι των γενεθλίων του, αλλά είναι υπερβολικά φοβισμένος για να παίξει.

Η γιαγιά προσπαθεί να τον πάρει αγκαλιά, αλλά εκείνος ουρλιάζει.

Ο μπαμπάς προσπαθεί να τον πάρει αγκαλιά, αλλά εκείνος ουρλιάζει.

Τελικά καταφέρνω να δραπετεύσω στο μπάνιο για λίγα λεπτά απομόνωσης. Ο σύζυγός μου τον δελεάζει να παίξουν έξω κι εγώ κατευθύνομαι προσεκτικά προς την κουζίνα. Αρπάζω ένα μπουρίτο και κάθομαι επιτέλους στο τραπέζι με τους φίλους μου.

«Νομίζω ότι τη γλίτωσα!» λέω αστειευόμενη.

Τη στιγμή που ξεστομίζω αυτές τις λέξεις, ακούω ένα γνώριμο κλαψούρισμα. Κοιτάω έξω από το παράθυρο και τον βλέπω, ασφαλή στα χέρια του άντρα μου, να κοιτάει ανήσυχος μέσα.

Με τον άντρα μου ανταλλάσσουμε ένα βλέμμα μέσα από το παράθυρο.

«Άκουσε τη φωνή σου!».

Δεν μπορώ παρά να αναστενάξω, ενώ αφήνω το μπουρίτο μου πίσω στο πιάτο. Ανοίγω την εξώπορτα και μέσα σε δευτερόλεπτα είμαι πάλι κοντά του, με το σωματάκι του πάνω στα πόδια μου, τα νύχια του σφηνωμένα στα χέρια μου, το κεφάλι του να ακουμπάει στο στήθος μου.

Χαμογελάει.

Ο πρώτος μου γιος είχε φυσιολογικά επεισόδια άγχους αποχωρισμού, που το καθένα συνήθως διαρκούσε λίγες εβδομάδες. Ήταν γλυκά, σχεδόν καλοδεχούμενα, και με επηρέαζε ελάχιστα πέρα από το γεγονός ότι έπρεπε να σταματήσω για λίγο να πηγαίνω γυμναστήριο γιατί δεν δεχόταν με τίποτα την νταντά.

Με το δεύτερο γιο μου, όμως; Δεν έχω ξαναδεί τέτοια προσκόλληση. Φανταστείτε να τον κρατάω ενώ πλένω τα πιάτα, ενώ μαγειρεύω, ενώ γράφω ένα email, ενώ κατουράω, ενώ κάνω οτιδήποτε. Φανταστείτε να τον δίνω σε άλλους και το πρόσωπό του να γίνεται κατακόκκινο ενώ ουρλιάζει σαν να τον σφάζουν. Φανταστείτε ενώ κατευθύνομαι προς την εξώπορτα να χώνει το πρόσωπό του στο χαλί κλαίγοντας με λυγμούς σαν να μην πρόκειται να επιστρέψω ποτέ. Φανταστείτε να κυκλοφορώ στο ίδιο μου το σπίτι σαν τον κλέφτη για να μη με δει στη σπάνια περίπτωση που είναι απασχολημένος με ένα παιχνίδι στο σαλόνι για δύο ολόκληρα λεπτά.

Όταν δεν τον έχω αγκαλιά, αυτό το μωρό ζει κολλημένο στα πόδια μου, παρκαρισμένο δίπλα στα δάχτυλά μου σαν κουτάβι. Δεν είναι ικανοποιημένο παρά μόνο αν βρίσκεται πλάι μου, στα χέρια μου, στα πόδια μου, στην αγκαλιά μου, να αναπνέει τον ίδιο αέρα με εμένα. Είναι το μωρό βέλκρο: σχεδόν μπορώ να ακούσω τον ήχο αποκόλλησης όταν τον απομακρύνω από πάνω μου για να το δώσω σε κάποιον άλλο, στιγμή στην οποία καταρρέει εντελώς.

Πώς μπορεί κάποιος τόσο μικροσκοπικός να με λατρεύει τόσο πολύ;

Από τη μία, αυτή η προσκόλληση με πνίγει. Κάπου ανάμεσα στον 24ωρο θηλασμό και τις ασταμάτητες αγκαλιές και το κουβάλημά του σε μάρσιππο, έχω νιώσει τον τελευταίο χρόνο το σώμα μου να φτάνει στα όριά του, σαν να μη μπορώ πλέον να το ελέγξω. Μου φαίνεται ότι μας λείπουν… πώς τα λένε οι θεραπευτές; Α ναι, τα όρια.

Από την άλλη, θα έλεγα ψέματα αν δεν ομολογούσα ότι αυτή η προσκόλληση είναι η πιο αξιαγάπητη που έχω ζήσει σε ολόκληρη τη ζωή μου.

Σχεδόν ντρέπομαι που το ομολογώ, αλλά νιώθω περηφάνεια όταν μπαίνω στο δωμάτιο κι εκείνος με αναζητά κλαίγοντας με τα χέρια απλωμένα. Εκείνες τις στιγμές, νιώθω την αυτοθυσία και την ιερότητα της μητρότητας, αυτή την απόλυτη απουσία προσωπικού χώρου, μέχρι τα βάθη της ψυχής μου. Και τι πειράζει που ποτέ δεν τρώω με την ησυχία μου; Και τι πειράζει που ενώ κατουράω κρατάω ένα μωρό; Κάποιος με χρειάζεται! Κι αυτό το συναίσθημα είναι μεγαλειώδες.

Κοιτάω τον 3,5 χρονών γιο μου, το αγόρι που γεμάτο αυτοπεποίθηση με αποχαιρέτησε την πρώτη του μέρα στον παιδικό σταθμό λέγοντας «γεια, μαμά!» χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Κάθε μέρα που περνάει με χρειάζεται όλο και λιγότερο. Την περασμένη εβδομάδα με ενημέρωσε ότι δεν με χρειάζεται πια στο μπάνιο, κλείνοντας την πόρτα στα μούτρα μου.

«Θέλω απομόμωση!» φώναξε.

Ένιωσα ταυτόχρονα εντυπωσιασμένη και απελπισμένη. Εκεί οδεύουμε λοιπόν;

Δεν ξέρω πόσο ακόμα θα κρατήσει αυτή η φάση βέλκρο, αλλά όλοι ξέρουμε ότι είναι προσωρινή. Κάποια μέρα ο μικρότερος γιος μου δεν θα κλαίει όταν θα φεύγω από το σπίτι. Κάποια μέρα θα προτιμάει την παρέα του μπαμπά του ή του αδερφού του ή (ο Θεός να με βοηθήσει) της φιλενάδας του. Κάποια μέρα θα θέλει το χώρο του, ενώ εγώ θα προσκολλώμαι απελπισμένα σε κάθε μας συνάντηση, σε κάθε μας συζήτηση. Προς τα εκεί πηγαίνουμε, σαν ένα τρένο που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

Ίσως όλο αυτό να είναι μια πρόβα, μια προεπισκόπηση του τι έρχεται. Ίσως να είναι μια εικόνα από το μέλλον μου, και να μου ανοίγει το δρόμο για τις συναισθηματικές προσδοκίες μου. Για τη μέρα που θα πάρει δίπλωμα οδήγησης. Που θα φύγει για σπουδές. Που θα παντρευτεί. Κάποια στιγμή θα αλλάξουμε θέσεις και ίσως να είμαι εγώ που θα χώνω το πρόσωπό μου στο χαλί, κλαίγοντας υστερικά.

Όλα θα κάνουν τον κύκλο τους, και το αυτοκόλλητο βέλκρο θα ανοίξει στα δύο ξανά.

Share

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΕΜΕΙΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *